Έλληνες πολιτικοί

Έλληνες πολιτικοί

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ, αξιωματικός του ελληνικού στρατού, πολιτικός (δικτάτορας από το 1936-41)

«Σπανίως, από καιρού εις καιρόν, εμφανίζονται εν τη ιστορία ισχυροί άνδρες, ως ισχυρά μετέωρα εις άλλους εμπνέοντα τον σεβασμόν και εις άλλους το δέος. Ενώπιον τοιούτων ανδρών διαιρούνται αυτομάτως οι άνθρωποι εις φίλους και εχθρούς. Ουδείς μένει αδιάφορος, ουδείς μένει ουδέτερος. Πας τις, αν δεν είναι ενθουσιώδης φίλος των θα είναι άσπονδος εχθρός των. Ο περί αυτούς αγών δεν σταματά ούτε προ του θανάτου. Συνεχίζεται περί νεκρόν των, περί την σκιάν των, περί την μνήμην των. Τοιαύτη μεγάλη και ισχυρά φυσιογνωμία υπήρξεν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Έδωσε το όνομά του και έθεσε την σφραγίδα του εις ολόκληρον περίοδον της νεωτέρας ιστορίας της Ελλάδος. Από αυτόν προέρχεται η ονομασία των οπαδών του. Από αυτόν προέρχεται η ονομασία των αντιπάλων του. Με το όνομά του συνδέεται αναποσπάστως η ωραιοτέρα και τραγικωτέρα εποχή της νεωτέρας Ελλάδος. Πως είναι δυνατόν να κρίνη αμερολήπτως η σύγχρονος γενεά τοιαύτας μεγάλας φυσιογνωμίας; Aλλά υπάρχει μία μεγάλη σελίς της ιστορίας προ της οποίας κύπτουσιν  ευλαβώς και φίλοι και εχθροί. Η εποχή δηλαδή κατά την οποίαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, σημαιοφόρος της αναγεννωμένης Ελλάδος, ηγούμενος της πολιτικής της, ενέπνευσεν εις το έθνος την αυτοπεποίθησιν και το ώθησε προς την νίκην και την δόξαν. Το τέλος του υπήρξεν όντως τραγικόν. Αλλ’ η τελευταία του κραυγή απευθυνομένη προς πάντας, φίλους και εχθρούς, υπήρξεν αληθώς ελληνική κραυγή. Η κυβέρνησις πλήρης συγκινήσεως εκφράζει προς τους εν τη Βουλή οπαδούς και φίλους του τα βαθύτατα αυτής συλλυπητήρια» (απόσπασμα από το λόγο του για το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου, στη Βουλή κατά τη συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 1936).


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, πολιτικός επιστήμονας, κοινωνιολόγος και πολιτικός (πρωθυπουργός το 1924)

 «Ο θάνατος του Ελευθερίου Βενιζέλου έρριψεν εις βαθύ πένθος όχι μόνον το κόμμα των Φιλελευθέρων, του οποίου ήτο ιδρυτής και απαράμιλλος ηγέτης, αλλά ολόκληρον τον Ελληνισμόν. Εις μίαν εξαιρετικά κρίσιμον περίοδον του εθνικού μας βίου, κατά την οποίαν έμελλον να κριθούν οριστικώς αι τύχαι μας, η εύνοια, ημπορεί να ειπή κανείς, της θείας προνοίας, έστειλε τον Βενιζέλον, διά να βοηθήση το πολυπαθές έθνος μας να διεξαγάγη τον τιμιώτερον αγώνα που έχει να διεξαγάγη κάθε έθνος, τον αγώνα της απελευθερώσεως, της αποκαταστάσεώς του. Υπό την εμπνευσμένην ηγεσίαν του ανεσυγκροτήθησαν αι δημόσιαι υπηρεσίαι, επαγιώθη η ευνομία εις την χώραν, επολλαπλασιάσθησαν αι λειτουργίαι του κράτους και αι ανάγκαι των λαϊκών μαζών ήρχισαν να ικανοποιούνται. Το κράτος έγινε περισσότερον από πριν αντιλήπτωρ των δικαίων και των αναγκών των πολιτών, κατέστη λαϊκώτερον, κοινωνικότερον. Η μεταβολή υπήρξε μεγίστη και επέδρασε θαυματουργώς εις την ψυχήν των πολιτών, των οποίων αναπτερώθη το φρόνημα, εκρατύνθη η αυτοπεποίθησις και ηύξησεν η προς την πατρίδα αγάπη. Υπό τους ευνοϊκούς αυτούς όρους, ετόλμησε να οδηγήσει το έθνος εις τους απελευθερωτικούς του αγώνας. Εις τούτο δεν παρεσύρθη από τυφλόν πατριωτικόν ενθουσιασμόν, ουδέ από καμμίαν φυσικήν ροπήν προς εξωτερικάς περιπλοκάς. Η εξωτερική του πολιτική, εις την οποίαν εξεδηλώθη περισσότερον η πολιτική του μεγαλοφυΐα, υπήρξεν προϊόν ωρίμου σκέψεως και εβασίσθη πάντοτε εις την διπλωματικήν προπαρασκευήν του εδάφους διά τους απελευθερωτικούς πολέμους και την προετοιμασίαν των εθνικών δυνάμεων, επλαισιώθη δε αδιαλείπτως από πνεύμα διαλλακτικόν, συμβιβαστικόν, προς αποφυγήν θυσιών και περιφρούρησιν των κεκτημένων καρπών των αγώνων του Έθνους. Έτσι εξησφαλίσθησαν αι εθνικαί νίκαι, η εθνική μας αποκατάστασις, με την οποίαν και θα μείνη αρρήκτως συνδεδεμένον το όνομά του. Το μέγα έργον δεν το επετέλεσε βέβαια ο Βενιζέλος μόνος. Ολόκληρον το Έθνος συνεισέφερεν ό,τι είχεν καλλίτερον. Αλλά η ιστορία θα διακηρύσση πάντοτε, ότι αυτός υπήρξεν ο κυριώτερος συντελεστής του. Και κάθε Έλλην, και όταν με απροκάλυπτον βλέμμα προσβλέπει το μέγα δημιουργικόν έργον του Βενιζέλου, δεν είναι δυνατόν παρά να καταλαμβάνεται από θαυμασμόν και ευγνωμοσύνην. Και το έργον του αυτό ανήκει εις το Έθνος χωρίς καμμίαν διάκρισιν και καλεί πάντας τους Έλληνας να το στερεώσουν και να το συνεχίσουν. Εάν τα εξωτερικά όρια της Ελλάδος έχουν διαγραφή οριστικώς, δια την εσωτερικήν τελειοποίησιν, την εξύψωσιν, δεν έχουν, ουδέ δύνανται να τεθούν όρια. Τα κατορθώματα που επετέλεσεν το Έθνος υπό την ηγεσίαν του Ελευθερίου Βενιζέλου, καλούν πάντας ημάς ν’ αφιερώσωμεν όλας μας τας δυνάμεις, διά να εξυψωθώμεν και ως έθνος και ως λαός και ως κράτος δικαίου και ως κράτος κοινωνικόν, ως εν σύνολον διαρκούς ανθρωπιστικής και πνευματικής αναγεννήσεως» (απόσπασμα από το λόγο του για το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου, στη Βουλή κατά τη συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 1936).


ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΥΛΗΣ , αρχαιολόγος, πολιτικός (πρωθυπουργός κατά τα έτη 1924, 1945-46, 1947-49)

«Δια να εκτιμήση κανείς κατ’ αξίαν την ιστορικήν σημασίαν του εκλιπόντος πολιτικού, πρέπει να αναπαραστήση εν τη φαντασία του την Ελλάδα, οποία ακριβώς ήτο, ότε απεβιβάσθη προ εικοσιπενταετίας εις Πειραιά ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όχι ως αρχηγός κόμματος, αλλά ως σημαία την οποίαν παρακολουθεί ολόκληρος στρατιά. Και πριν εισέλθη εις την Βουλήν, πριν αποκτήση μιαν ψήφον εν τη Βουλή, είχε χειροτονηθή εις την καρδίαν των Ελλήνων ως ο αναμενόμενος κυβερνήτης της χώρας και ο ρυθμιστής των ιστορικών αυτής πεπρωμένων. Τεκμήριον και τούτο ότι ο ανήρ, του οποίου τον θάνατον θρηνούμεν, δεν ήτο πλασμένος εκ της κοινής ζωής, αλλά εγεννήθη εκ των σπλάχνων  του λαού πάνοπλος ως η Αθηνά. Από της πρώτης στιγμής της εμφανίσεως αυτού επί της πολιτικής σκηνής νέον φως και ρυθμός εκόσμησε την Ελλάδα. Αντί του χάους το οποίον εύρεν, έστησε το ελληνικόν κράτος και εισεκόμισεν εις την ελληνικήν πολιτείαν νέα στοιχεία εδραιότητος, δικαιοσύνης και πειθαρχίας» (απόσπασμα από το λόγο του για το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου, στη Βουλή κατά τη συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 1936).


ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ, πολιτικός (υπηρεσιακός πρωθυπουργός στις αρχές του 1950)

«Διά του θανάτου του Ελευθερίου Βενιζέλου, εκλείπει από την Ελλάδα η μεγαλυτέρα σύγχρονος πολιτική φυσιογνωμία. Αλλ’ ο τόπος θα εισέλθη ασφαλώς εις ομαλώτερον και ησυχώτερον πολιτικόν βίον» (η δήλωσή του ως αρχηγός του Λαϊκού Εθνικού κόμματος, για το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου, (εφημ. «Ακρόπολις», 19 Μαρτίου 1936).


ΑΝΤΩΝΙΟΣ Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, πρέσβης

«Διατί είσθε διχασμένοι εις την Ελλάδα και πως συμβαίνει ο Βενιζέλος να ευρίσκη αντίδρασιν εις την εξωτερικήν πολιτικήν του; Δεν έχω την τιμήν να τον γνωρίζω προσωπικώς, αλλ’ εξ όσων μοι είπεν ο στενός φίλος μου Πρόεδρος Wilson, ο Πρωθυπουργός σας είνε ο Μέγιστος πολιτικός της Ευρώπης. Τω όντι όταν επέστρεψεν ο Πρόεδρος εκ της Ευρώπης, όλοι οι φίλοι του τον επισκέφθημεν και εζητήσαμεν να μάθωμεν τας εντυπώσεις του. Μας απήντησεν ότι όλη η Ευρώπη είνε πράγμα πεπαλαιομένον και άνευ ενδιαφέροντος δια τον Νέον Κόσμον. Το μόνον ενδιαφέρον που είδα εις την Ευρώπην είνε ο Βενιζέλος της Ελλάδος. Αυτός είνε σύγχρονος και αντιπροσωπεύει τας φιλελευθέρας, δημοκρατικάς και προοδευτικάς ιδέας του αιώνος μας. Τοιούτον άνδρα έχετε και εν τοσούτω επαναλαμβάνετε τα φοβερά λάθη και ελαττώματα των αρχαίων προγόνων σας» (απόσπασμα από επιστολή του στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», στις 25 Μαρτίου 1936, στο οποίο μεταφέρει τα λόγια του Αμερικανού πρέσβη στο Κάιρο, Dr. Howell, σε μία από τις πρώτες συναντήσεις τους εκεί, όπου ο ίδιος υπηρετούσε ως πρέσβης της Ελλάδας).


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, φιλόσοφος, ακαδημαϊκός και πολιτικός (πρωθυπουργός το 1945 και το 1967, πρώτος ανιψιός του Δημητρίου Γούναρη)

i. «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν υπήρξε σύμβολον. Υπήρξε σαρξ. Η διαφορά είναι ουσιώδης, κυρίως μάλιστα, όταν πρόκειται περί ανθρώπων κινουμένων εις την πολιτικήν ζωήν. Υπάρχουν μεγάλοι, οι οποίοι συμβολίζουν κατευθύνσεις και ιδέας. Υπάρχουν άλλοι – εξ ίσου μεγάλοι – οι οποίοι ενσαρκώνουν χειρονομίας! Οι πρώτοι δημιουργούν σχολήν. Οι άλλοι εκτελούν κυρίως πράξεις. Η διάκρισις εις την πραγματικότητα δεν είναι βεβαίως ποτέ τοιαύτη, ώστε του ενός ή του άλλου τύπου οι άνθρωποι να εμφανίζωνται αμιγείς και μονοκόμματοι εις την εκπροσώπησιν του τύπου των. Πάντοτε όμως είναι δυνατόν να είπωμεν, προς ποίον από τους δύο τύπους κλίνουν οι άνθρωποι της πολιτικής ζωής».
ii. «Ο Βενιζέλος λοιπόν ήρχισεν από τριάντα ετών και εξηκολούθησε μέχρι του θανάτου του τον αγώνα με το κορμί του, του οποίου τας ευκάμπτους και αιωνίως νεανικάς κινήσεις παρηκολούθη με εξ ίσου καταπληκτικήν ευκινησίαν (με ερασιτεχνικόν όμως ακροβατισμόν) το μυαλό του. Το κορμί του και η θέλησίς του προηγούντο πάντοτε. Χωρίς αυτά τα δύο στοιχεία δεν θα υπήρχε της διανοίας του η εκδήλωσις. Αυτό εξηγεί την μεγάλην δύναμιν, αλλά και τας αδυναμίας του Βενιζέλου. Και ήτο βεβαίως απαραίτητος ως ιστορική αστραπή η ενσαρκωθείσα εις το πρόσωπον του Βενιζέλου αντίδρασις κατά των πολλών και κενών λόγων, οι οποίοι εχαρακτήριζον προ του 1910 (και χαρακτηρίζουν εν πολλοίς μέχρι σήμερον) την πολιτικήν και κοινωνικήν μας εν γένει ζωήν. Δεν πρέπει όμως πάντως και να το παρακάνουμε, γενικεύοντες την σημασίαν της αντιδράσεως αυτής κατά των λόγων και της αυτοτελούς συλλήψεως ιδεών εν γένει, διότι τότε πέφτουμε εις το άλλο άκρον, προς το οποίον επίσης τείνει ο Έλλην με την εμπορικήν του ιδιοφυίαν και τον υπολογισμόν του. Η αντίδρασις κατά των λόγων έχει αξίαν, εφ’ όσον στρέφεται εναντίον των λόγων των κενών, όχι δε και εναντίον των πεπληρωμένων με ιδέας (με ιδέας έστω και ουτοπικάς). Εφ’ όσον βεβαίως η Ελλάς είχε μεταβληθή εις ένα μεγάλο καφενείον, όπου, διακοπτόμενον μόνον από το ρόφημα των ναργιλέδων, εκυριάρχει το κουβεντολόι, έπρεπε φυσικά – και επαναλαμβάνω: ως ιστορική, δηλαδή ιστορικώς αναγκαία αστραπή – να διασχίση τον συμπεπυκνωμένον από νυσταλέα σύγνεφα ουρανόν μας το χέρι του Βενιζέλου. Εχρειάζετο τότε και η υπερβολή, την οποίαν εξεπροσώπει εις την αντίδρασίν του ο Βενιζέλος. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι πρέπει να αναγάγωμεν την υπερβολήν αυτήν εις νόμον της ζωής μας. Εάν χθες εχρειάζετο η υπερβολή, εχρειάζετο διά να επιδιώξωμεν σήμερον την ισορροπίαν (αποσπάσματα από άρθρο του, το οποίο έγραψε ως επικήδειο του Βενιζέλου, «Ελληνική Φωνή», 25 Μαρτίου 1936).
iii. «Καταθέτω τον στέφανον τούτον εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως επάνω σ’ ένα μνήμα, το οποίον αποτελεί μνημείον της Ελλάδος. Είναι μεγάλη δι’ εμέ τιμή, ότι τάσσομαι κατά την στιγμήν αυτήν να χαιρετήσω εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους τον αιωνίως ζώντα Ελευθέριον Βενιζέλον. Η τιμή, όμως, σημαίνει και ευθύνην. Ευθύνην μεγάλην και βαρείαν. Όταν ατενίζωμεν την μορφήν του Ελευθερίου Βενιζέλου, τα μάτια μας τάσσονται να αναδειχθούν άξια της λάμψεως, την οποίαν εκπέμπει, και η καρδία μας υποχρεούται να φανή ανταξία του μεγάλου παραδείγματος, το οποίον Εκείνος ενεσάρκωσε. Το παράδειγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου είναι ταυτόσημον με το παράδειγμα της Κρήτης. Ό,τι είναι η Κρήτη ως γη και ως λαός, υπήρξεν ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως σώμα και ως πνεύμα. Η γη και ο λαός της Κρήτης ενσαρκώνουν την ελευθερίαν και την γενναιότητα, τα άκαμπτα και ακατάβλητα υψηλά βουνά και τον ελεύθερον ανοικτόν ορίζοντα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επροίκισε την Ελληνικήν Ιστορίαν με την άκαμπτον και ακατάβλητον βούλησίν του και με τον ανοικτόν ορίζοντα του ελευθέρου δημοκρατικού πνεύματός του. Η Ελλάς, ευγνωμονούσα, υπόσχεται ότι θα μείνη πιστή εις τον δρόμον, τον οποίον Εκείνος εχάραξε. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν απέθανε. Ζη και θα ζη αιωνίως» (επιμνημόσυνος λόγος στο μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1947, εφημ. «Κήρυξ», 18 Μαρτίου 1947).


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, πολιτικός (πρωθυπουργός κατά τα έτη 1944-45, 1963, 1964-65)

«Υπάρχουν δύο μεγάλαι δεκαετίαι εις την Ιστορίαν του Νεώτερου Ελληνισμού: Η δεκαετία 1820-1830. Και η δεκαετία 1910-1920. Η πρώτη ήρχισε το θαύμα της Εθνικής Αναστάσεως. Η δεύτερη το ολοκλήρωσε. Η πρώτη δεκαετία δεν είναι επώνυμος. Ονομάζεται Είκοσι Ένα. Ο πρωταγωνιστής υπήρξεν ομαδικός: Το Γένος. Η Δευτέρα είναι επώνυμος. Ονομάζεται Ελευθέριος Βενιζέλος. Έχει το όνομά σου… Το πρώτον σου χάρισμα ήτο το Πνεύμα. Δε υπάρχει εις την νεωτέραν πολιτικήν ιστορίαν μας περισσότερον πνευματικόν φως και περισσότερον λιτόν, κλασικόν ύφος. Αλλά εις τους ανθρώπους της Ενεργείας είναι η Θέλησις η οποία αξιοποιεί το Πνεύμα. Και εις την περιωπήν του πνεύματος ανταπεκρίνετο η δύναμις της ψυχής σου, η γενναιότης, η Τόλμη. Και είχον, και η ψυχή και το πνεύμα σου, τεθή εις την υπηρεσίαν του Μεγάλου Πάθους: Του Πάθους της δημιουργίας. Υπήρξες ολόκληρος πολιτικόν πάθος … Από κανέναν δεν είχεν αγαπηθή περισσότερον η Αρχή. Και από κανένα δεν εγκατελείπετο ευκολώτερον. Διότι ουδέποτε την εθεώρησες σκοπόν. Πάντοτε την εθεώρεις μέσον: Μέσον Ιστορικής Δημιουργίας. Η μεγάλη Σχολή σου υπήρξεν η Κρήτη. Ήσο η ενσάρκωσίς της. Εις την σκληράν αυτήν γην και εδιδάχθης και εδίδαξες ότι η Ελευθερία δεν προσφέρεται. Κατακτάται. Και ότι «εκείνος είναι άξιος της Ελευθερίας, ο οποίος ημπορεί, κάθε ημέραν, να την κατακτά…». Από εδώ είχες επιβεβαιώσει τον αρχαίον, τον αιώνιον, τον αθάνατον λόγον: Ότι «εύδαιμον είναι το ελέυθερον· ελεύθερον το εύψυχον…». Και από την υψηλήν αυτήν νησιωτικήν σκοπιάν συνέλαβες το πολιτικόν νόημα του Καιρού σου: Ότι εις τους αγώνας του Κόσμου, τελικώς ενίκα η Θαλασσοκράτειρα…. Και έκαμες αυτήν την αλήθειαν οδηγόν της ζωής σου. Υπήρξεν εύνοια των θεών ότι το μήνυμα της Μεγάλης Πατρίδος σε εύρεν εις την ώραν των κρισιμωτάτων εθνικών περιστάσεων: Ήρχοντο και οι Βαλκανικοί και ο Παγκόσμιος Πόλεμος. -Τι θα συνέβαινε χωρίς την Ηγεσίαν σου, χωρίς την δύναμιν του Πνεύματος και της Ψυχής σου; Τώρα, γνωρίζομεν μόνον τι συνέβη με την παρουσίαν σου…  Όταν, τον Σεπτέμβριον του 1910, συνηντήθης με τον Λαόν των Αθηνών, είπες: «Η ιθύνουσα την πολιτείαν μου κεντρική αρχή είναι ότι ο πολιτικός ανήρ οφείλει να έχη γνώμονα πάσης αυτού πράξεως το κοινόν συμφέρον». Και είπες εις τον Βασιλέα: «Εάν το Στέμμα τεθή επί κεφαλής του Ανορθωτικού Αγώνος, Σας υπόσχομαι ότι η Ελλάς, εντός δύο ετών, θα γίνη αγνώριστος». Και οι λόγοι σου ήσαν αλήθεια. Εδημιούργησες Κράτος. Έπειτα από μίαν σύντομον, ζωογόνον διάβασιν του Χαριλάου Τρικούπη, είχε και πάλιν παύσει να υπάρχη κράτος. Υπήρχε μαρασμός και παρακμή και φατρία. Και εδημιούργησες, διά πρώτην φοράν εις την νεωτέραν πολιτικήν Ιστορίαν, και Διοίκησιν και Δικαιοσύνην. Κράτος Δικαίου και Κράτος Κοινωνικόν, οδηγόν και προστάτην του Λαού. Και έπειτα, ήλθεν η μεγάλη ώρα του Έθνους. Είχες παραλάβει την εντροπήν του ΄97. Και παρέδωκες εις τους διαδόχους σου την Μεγάλην Ελλάδα, με ουσιαστικήν πρωτεύουσαν την Κωνσταντινούπολιν. Διεσταυρώθης, εκεί, με τον Κωνσταντίνον Παλαιολόγον. Εκείνος επανήρχετο. Και συ εισήρχεσο εις τον Θρύλον… Αλλά μαζί με το φως υπήρξαν και αι Σκιαί. Είχες δεσπόσει της εποχής σου. Ήσο η Θέσις. Αλλά, όσον εμπνευσμένη ήτο η Θέσις, τόσον φανατική υπήρξεν η Άρνησις. Και σε έκαμε να γευθής όλην την πικρίαν της Ελληνικής Δάφνης. Διά το μέγα Έργον σου η Άρνησις σε αντήμειψε με τας σφαίρας του Σταθμού της Λυών και της Λεωφόρου Κηφισίας. Και, επίσης, με τα σφαιρίδια της 1ης Νοεμβρίου. Επεβεβαιώθη τοιουτοτρόπως, και με την ιδικήν σου Μοίραν, η γνησιότης, η αιωνιότης της Φυλής…. Τώρα, δεν υπάρχει πλέον Άρνησις. Ο Θάνατος έχει φονεύσει τον Φθόνον. Τώρα είναι πάνδημος η αναγνώρισις. Και είναι οι παλαιοί αντίπαλοι οι οποίοι υμνούν… Κινούνται, ίσως, από την μυστικήν τύψιν ότι ή δεν ηδυνηθησαν, τότε, να εννοήσουν. Ή, είχον εννοήσει, αλλά δεν εύρον εις την ψυχήν των την έξαρσιν να ομολογήσουν… Θα ήτο βλασφημία να νομίσωμεν ότι ανήκεις εις ημάς. Ανήκεις εις το Πάνθεον των μεγίστων ανδρών της Ελληνικής Ιστορίας. Αλλά είναι φυσικόν ημείς να αισθανώμεθα ότι σου ανήκομεν: Οι παλαιοί συναγωνισταί, οι συνεργάται και φίλοι σου, η Κρήτη… Κατεχόμεθα από την φιλοτιμίαν να συνεχίσωμεν το έργον σου. Εάν η εξωτερική μορφή των αγώνων έχη μεταβληθή, όμως παραμένει αναλλοίωτος η ουσία των: Ο Αγών της Ελευθερίας και ο Αγών του Λαού. Αισθανόμεθα την μεγάλην ευθύνην ότι στρατευόμεθα κάτω από την σημαίαν σου. Από αυτήν την βαθείαν συναίσθησιν αντλούμεν δύναμιν διά τον Αγώνα. Και υποκλινόμεθα με ευλάβειαν ενώπιον της Μνήμης σου…» (επιμνημόσυνος λόγος στο μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1954, εφημ. «Παρατητρητής», 23 Μαρτίου 1954.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΒΩΛΟΣ, νομικός, συνταγματολόγος και πολιτικός (πρωθυπουργός το 1944 στην “Κυβέρνηση του Βουνού”)

 «Όπως «Πάσα Γη Τάφος» των επιφανών ανδρών, έτσι και το εγκώμιον αυτών ανήκει εις πάντας όσοι έχουν κάτι να εμπνευσθούν από το έργον των, ή που αναζητούν την ολοκλήρωσή του σαν σημερινή ανάγκη. Και ασφαλώς στην έμπνευση των ανθρώπων που ζητούν και σήμερα για την Ελλάδα Ελευθερία, Δημοκρατία, Πρόοδο, το έργο του Βενιζέλου προσφέρεται πλουσιώτερο από κάθε άλλο. Προ πολλού άλλωστε, του μεγάλου αυτού τέκνου της Κρήτης έπαυσε να συνδέεται η μνήμη μ’ ένα κόμμα. Ο Βενιζέλος, όσο περισσότερο ο χρόνος μακραίνει τη σκιά του, τόσο περισσότερο γίνεται πανελλήνιος και τόσο περισσότερο η επίκληση του έργου του αρμόζει, εκεί που είναι χρήσιμη, σε κάθε προοδευτική κίνηση. Όχι γιατί η απόσταση, όπως συμβαίνει στην Ιστορία, προσθέτει στους μεγάλους ανθρώπους εξιδανίκευση, αλλά γιατί ο αναμφισβήτητος πρόσκοπος της Προόδου στην Ελλάδα, κατά την τελευταία 50ετία, είναι ο Βενιζέλος. Και αυτό, αγαπητοί Κρήτες, πρέπει να είναι το καύχημά Σας.
Το έργο του Βενιζέλου υπήρξε μεγάλο. Αυτό είναι αναγνωρισμένο σήμερα  και σ’ όλο τον κόσμο και στον τόπο μας από φίλους και εχθρούς. Το ένα τμήμα του, η πραγματοποίηση μιας σχεδόν πλήρους εθνικής αποκαταστάσεως των σκορπισμένων ελληνικών πληθυσμών, δεν θα με απασχολήση σήμερα. Όχι διότι δεν αξίζει. Τουναντίον. Το έργο αυτό αξίζει τόσο πολύ που όσο και αν ένα του τμήμα χάθηκε μετά το 1920 (πως χάθηκε… γραφή να μην το λέει) εξακολουθεί να είναι μεγάλο εκείνο που απόμεινε, πλούσιο σε ευεργετικές για το λαό συνέπειες, ιστορικά δικαιωμένο, στερεό και ακατάλυτο. Αλλά η πραγματοποίηση της εθνικής αποκαταστάσεως είναι το έργο που υμνείται συνήθως. Σπανιώτερα ίσως το μνημόσυνο του Βενιζέλου δίνει αφορμή για ν’ αναλυθή σε τι συνίσταται η εσωτερική ανορθωτική δράση του μεγάλου πολιτικού κατά τα έτη 1910-1920, που είναι η πρώτη και αρχική του περίοδος και η περίοδος της μεγίστης δημιουργικής ακμής. Σπανίως γίνεται προσπάθεια να συντεθούν τα στοιχεία της περιόδου αυτής σε ωρισμένη πολιτική φιλοσοφία ή να αξιολογηθούν ωρισμένα γόνιμα διδάγματα που άφησε στην πολλαπλή του εκδήλωση ο Βενιζέλος της εποχής εκείνης. Και τόσο οι πραγματοποιήσεις όσο και τα διδάγματα είναι σπόρος καλλιεργείας σε ευρύτερα στρώματα συνειδήσεων.
Ο Βενιζέλος εξώρμησε απ’ αυτά τα χώματα σαν γέννημα και θρέμμα του ενδόξου νησιού Σας. Έφερε μέσα του την παλληκαριά των βουνών Σας, την παλληκαριά των Καλλέργηδων και των Δασκαλογιάννηδων, τη μνήμη των ασίγαστων αγώνων της Ελευθερίας. Αλλ’ έφερε επίσης, σαν φυλαχτό απ’ την Ιστορία Σας, τη σοφία, τη σύνεση του Μίνωος. Όπως αυτοχαρακτηρίζεται στον επιτάφιό του, ήταν προ πάντων ένας Άντρας. Και ήταν ο πιο δοκιμασμένος αντιαπολυταρχικός πολιτικός.
Κατευθύνθηκε, κρατώντας ένα πυρσό Προόδου στο χέρι, γιατί αυτό απαιτούσε η εποχή, προς τη μητέρα Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα. Την Ελλάδα τότε του κομματικού φεουδαρχισμού, των φαύλων συνηθειών, του ψεύτικου κλασσικισμού, του άγονου παρελθοντισμού. Ένας ολόκληρος λαός, πικραμένος και ανήσυχος, ζητούσε Αλλαγή και Σωτηρία. Αντικειμενικά οι συνθήκες ωρίμαζαν για ένα Νέο Πρόγραμμα. Στην Ευρώπη ήκμαζε η Φιλελεύθερη Αστική Δημοκρατία. Η Ελλάδα ήταν καθυστερημένη οικονομικά, κοινωνικά, εκπολιτιστικά. Αν σήμερα είναι ακόμα υποανεπτυγμένη χώρα, αντιλαμβάνεται κανείς τι ήταν στα 1910. Η εθνική της ολοκλήρωση ήταν αντικείμενο περισσότερο των πανηγυρικών της 25ης Μαρτίου και του περιοδικού προς τας Μεγάλας Δυνάμεις κλαυθμηρισμού παρά μιας συνεπούς και προγραμματισμένης δράσεως. Η κοινωνική της κατάστασις ήταν χαρακτηριστική μιας προεκρηκτικής περιόδου. Ο αστικός κόσμος είχε αρχίσει να λαμβάνη συνείδηση της αποστολής του, αλλά δεν ήξερε πώς να την αξιοποιήση. Η μικρή εργατική τάξη που ξυπνούσε, επρόβαλλε αξιώσεις και αργά ή γρήγορα θα τις επέβαλλε. Οι αγρότες, ξεσηκωμένοι εναντίον ενός κράτους που τους εσκότωνε, 45 χρόνια σαν και τώρα, ζητούσαν ένα κομμάτι γης. Αλλ’ η Βουλή έφριττε όταν κάποιος ανέφερε την απαλλοτρίωσιν των τσιφλικιών σαν λύση. Αρκεί να διαβάσετε πρακτικά της Βουλής από τα 1883 και από τα 1906 για να καταλάβετε τι αντίδραση εύρισκε η πραγματοποίηση μιας μεταβολής στους κάμπους της Θεσσαλίας. Τότε θα ιδήτε τι πράγματι επετέλεσε η εποχή του Βενιζέλου.
Εντός και υπεράνω των στοιχείων τούτων ο μεγάλος Ανάπηρος ήταν το Κράτος. Και ο μεγάλος Απών ο ελεύθερος πολίτης.
Ο Βενιζέλος ευρήκε την προσωπική ασφάλεια των πολιτών υποχείρια των χωροφυλάκων και τους χωροφύλακες υποχείριους των κομματαρχών. Ευρήκε τη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη χωρίς το κύρος κρατικών λειτουργιών, θεραπαινίδες του κόμματος. Απ’ το Παλάτι ως το Κοινοβούλιο, ως το Στρατό, ως τους Δήμους, ως την Εκπαίδευση βρήκε το παν τελματωμένο στα νοσηρά νερά μιας νόθου φεουδαρχίας. Εκεί μέσα εβασίλευε η απαισιοδοξία και ο συντηρητισμός των «εχόντων», ενώ οι «μη έχοντες», ο λαός, ετυραννούντο εν ονόματι του κόμματος. Το κόμμα εσυναλλάσσετο εν ονόματι του συμφέροντος εκάστου κομματάρχου, των παιδιών του, των ανηψιών του και των φίλων, και όλοι μαζί, άρχοντες και αρχόμενοι, επαρηγορούντο εν ονόματι «των μεγάλων ημών προγόνων». Ο Στέφανος Δραγούμης όμως επροφήτευε, με θλίψη Κασσάνδρας διά την Ελλάδα, την τύχην μερικών μικρών διαρκώς αναστατωμένων δημοκρατιών της Νοτίου Αμερικής. Επότιζε με ιδρώτα την χώραν ο Λαός, αλλ’ η χώρα δεν επρόκοβε.
Δεν έχει τόση σημασία ότι ο Βενιζέλος καταπιάστηκε αμέσως με αυτό που ωνομάστηκε «Ανόρθωσις». Σημασία έχει ότι αντιλήφθηκε ποιά κατεύθυνση έπρεπε να δώση σ’ αυτό το αίτημα του λαού, αίτημα που είχεν αόριστα διατυπωθή από το Γουδί, από το συλλαλητήριο της 14ης Σεπτεμβρίου, απ’ τις συντεχνίες, από τους κοινωνιολόγους. Ο Βενιζέλος εγκατέλειψε κάθε πρόληψη, έκανε επιλογή μεταξύ ιδεατών επιδιώξεων, έστερξε και συμβιβασμούς, αλλά έδωσε στην ανόρθωση σχήμα και περιεχόμενο. Το σχήμα ήταν η εισαγωγή νέου Δικαίου και νέων πολιτικών μεθόδων. Το περιεχόμενο απλώθηκε αμέσως, εκτός του στρατιωτικού που δεν θα μας απασχολήση εδώ, σε πολλούς τομείς της εθνικής ζωής συγχρόνως: Εμβάθυνση και στερέωση του φιλελευθέρου και του δημοκρατικού στοιχείου του πολιτεύματος – διοργάνωση νέου κράτους – ανύψωση των ασθενεστέρων κοινωνικών στρωμάτων – πνευματική εξυγίανση – και πάνω σ’ όλα συγχρονισμός, μέσα στην πιο έντονη άρνηση της προγονοπληξίας και της προς τους δήθεν προστάτας της Ελλάδος επαιτείας. Μάλλον αυτό το τελευταίο επρόταξε κατά σύστημα ο Βενιζέλος, παρά ό,τι δήποτε άλλο. Ένα νέο πρόγραμμα, εθνικό, πολιτικό, κοινωνικό, απαιτούσε νέο κλίμα και νέα θέση του λαού απέναντι των πεπρωμένων του. Απαιτούσε υπευθυνότητα των δημιουργικών δυνάμεων του έθνους. Και όταν ο Βενιζέλος έρριπτε κατά πρόσωπον της παλαιάς ηγεσίας της χώρας ότι είχε καταντήσει την Ελλάδα εν λόγοις μεν τον «περιούσιον λαόν», πράγματι δε το εξουθένωμα των λαών της γης, έθετε την μόνην υγιά βάση της εννοίας της εθνικοφροσύνης. Αν έτσι την αντιλαμβάνονταν όλοι, σαν εθνική αυτοπεποίθηση, σαν εθνική υπερηφάνεια, σαν εθνική άμιλλα και σαν εθνική αξιοπρέπεια, η έννοια αυτή δεν θα μας εταλαιπωρούσε.
Ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα και μπήκαν οι καλύτερες τότε δυνατές εγγυήσεις των ατομικών ελευθεριών. Η λειτουργία της Δημοκρατίας εκσυγχρονίστηκε μέσα στα πλαίσια μιας ισχυρής, αλλ’ όχι καταχρηστικής υπεροχής του κοινοβουλίου και ενός περιορισμού των δικαιωμάτων του στέμματος.
Απέναντι όλων των εξουσιών -Διοικήσεως, Βουλής, Στρατού- ανέκτησε ο Λαός όσο ήτο δυνατό τα δικαιώματά του. Ο πολίτης απέκτησε ασφάλεια και οι Έλληνες ισοπολιτείαν. Τότε εθεμελιώθηκε προγραμματικά Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, για ν’ ανατραπή -φεύ!- τόσες φορές επί των ημερών μας. Τότε ο δικαστής έγινε ισόβιος και ο υπάλληλος μόνιμος. Τότε εξαγγέλθηκε το Συμβούλιον της Επικρατείας, για να μάθη η Διοίκηση να σέβεται τους νόμους και ο νομοθέτης το Σύνταγμα. Όποιος διαβάση μιάν αγόρευση του Βενιζέλου της εποχής εκείνης για το Κράτος Δικαίου, ασφαλώς θα επιθυμούσε να χαραχθή και αυτή δίπλα στο επιτάφιο επίγραμμα που έχετε μπροστά σας. Τότε ο νόμος απέκτησε την αίγλη που δεν εγνώριζε πριν. Γιατί έγινε ίσος για όλους και «πάντων βασιλεύς». Τότε παραμερίσθησαν τα προνόμια της φεουδαρχίας. Έγιναν βουλευταί άσημοι έμποροι και άγνωστοι δικηγόροι. Έγιναν νομάρχαι και ανώτατοι υπάλληλοι νέοι χωρίς πολιτικάς περγαμηνάς. Και για πρώτη φορά «κοινωνιολόγοι» βρέθηκαν στις έδρες του Πανεπιστημίου. Τα τζάκια εσείσθηκαν. Αστοί, μικροαστοί, διανοούμενοι, ανέβαιναν. Και πίσω απ’ τον Βενιζέλο έτρεξε και η εργατιά.
Ανέκυψεν απότομα ένα νέο Κράτος. Τόσο ήταν ώριμη η μεταβολή. Ο θρύλος ότι ο Βενιζέλος εφύλαγε τα πρόβατα ενός τσοπάνη στη Μεσσηνία έδειχνε απλώς ότι το Κράτος εξεπλήρωσε πλέον τα στοιχειώδη του καθήκοντα.
Η αστική Δημοκρατία σέβεται υπέρ πάν άλλο το Κοινοβούλιον. Μην κυττάτε τι γίνεται δυστυχώς επί των ημερών μας. Στην εποχή εκείνη η Βουλή εσοβαροποιήθηκε και ανυψώθηκε. Το παράδειγμα προήρχετο απ’ τον πανίσχυρο Πρωθυπουργό. Ενώ άλλωστε ο Βενιζέλος ήταν ο πολιτικός που σ’ όλη του τη ζωή είχε την πλατύτερη επαφή με τον λαό, εν τούτοις δεν παραμέριζε το Κοινοβούλιο για να στηριχθή απ’ ευθείας στις μάζες που τον ακολουθούσαν. Ούτε εδογμάτισε ποτέ, όπως μερικοί αντίπαλοί του, ότι ο ηγέτης πρέπει ν’ ακολουθή τοn λαό. Αντίθετα. Είχε μέσα του την ορθή αντίληψη ότι η Δημοκρατία χρειάζεται τον Ηγέτη, ο οποίος όμως τότε μόνο είναι άξιος της θέσεως αυτής, όταν κατορθώνη ειλικρινώς και χωρίς καμμία βία να βρίσκεται κάθε μέρα σε ανταπόκριση με τους πόθους των μεγάλων μαζών. Με την πίστη αυτή και με το πολιτικό του θάρρος ο Βενιζέλος ήταν εύκολο να μη γίνη ποτέ δημαγωγός… Να λέγη την αλήθεια «και προς τα άνω και προς τα κάτω». Να στέκεται αξιοπρεπής και υπερήφανος μπροστά σε κάθε Δύναμη εντός και εκτός της χώρας. Ιδιαίτερα μπροστά στο Στέμμα αλλά και μπροστά στους ισχυρούς ξένους. Ο Βενιζέλος ήξερε να είναι πιστός σύμμαχος και φίλος, αλλά όχι υποτακτικός. Το απέδειξε τόσες φορές. Απέσπασε το θαυμασμό και την υποστήριξη του Ουΐλσων στο Συνέδριο της Ειρήνης, με την υψηλοφροσύνη και την αξιοπρέπειά του. Δεν εδίστασε να συγκρουσθή με τον Κλεμανσώ αμυνόμενος της Ελλάδος που την εβάρυναν ακόμα οι μέρες του Νοεμβρίου 1916. Ο άνθρωπος που είπε στη Γερμανική Αυτοκρατορία ότι η Ελλάς ήταν πολύ μικρή χώρα για να διαπράξη τόση μεγάλη ατιμία όση ήταν η προδοσία της Σερβίας αντί ωφελειών, έφερε πάντα την Ελλάδα σαν ίσην προς ίσους μπροστά στους μεγάλους…Τα παραδείγματα της περιόδου εκείνης είναι χρήσιμες υποθήκες για κάθε πολιτικό που θέλει να σέβεται τον λαό και την ανεξαρτησία της χώρας του, για όποιον συγκινείται από τα ζητήματα της εθνικής αξιοπρεπείας, για όποιον αισθάνεται ότι πρέπει να εκτιμά συνειδητά κάθε φορά ποιο είναι το αληθινό εθνικό συμφέρον και να κινήται μόνο σύμφωνα με αυτό. Οι διευθύνοντες τας τύχας του λαού σε μια δημοκρατία πρέπει να έχουν τη βαθυτάτη συνείδηση ότι κάτι πολύ μεγάλο και πολύ ιερό τούς είναι εμπιστευμένο και ότι δεν δικαιούνται να το απεμπολούν ούτε τυχαίως και μοιραίως ούτε διά να είναι εις οιονδήποτε ευχάριστοι. Ο Βενιζέλος ήξερε (και μακάρι να τον εμιμούμεθα όλοι) πόσον πολύτιμος είναι η ανεξαρτησία μιας χώρας και ήξερε να την υπερασπίζεται και έναντι εχθρών και έναντι φίλων.
Και ότι ο Βενιζέλος απεχθάνετο τη δημαγωγία και μάλιστα την προεκλογική, άπειρα γνωστά παραδείγματα το δείχνουν. Άλλωστε η έννοια του «συμβολαίου» δεν είχε ακόμα ανατείλει…
Στην ίδια γραμμή βρίσκεται και η προσπάθεια του Βενιζέλου να εγκλιματίση νέα πολιτικά ήθη στη ζωή της χώρας. Αρχίζοντας από την απλότητα του λόγου μέσα και έξω από το Κοινοβούλιο ως την τάση να δημιουργή, αν δεν υπήρχε αντιπολίτευσις, και ν’ ανεβάζη τους αντιπάλους του αντί απλώς να τους αρνείται. Δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι τον επιτάφιό του, όπου ο ίδιος συνόψισε ό,τι αισθάνετο ότι αποτελούσε την αξίαν του, τον έβαλε στο στόμα του Παπαναστασίου, του τότε αντιπάλου, τον οποίον εθαύμαζε δικαίως και αγαπούσε όσο κανέναν άλλο.
Η πρώτη μεγάλη νομοθετική μεταρρύθμιση που υιοθέτησε ο Βενιζέλος, η εργατική, αρχίζει αμέσως απ’ τα 1911. Όσο ήτο δυνατόν στις τότες συνθήκες, ο νόμος ώπλισε με προστασία και δικαιώματα τους μισθωτούς, τους εχειραφέτησε και, το σπουδαιότερο, τους ώθησε στη συνδικαλιστική οργάνωση. Τότε ιδρύθηκε και μία ελεύθερη και δημοκρατούμενη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών της Ελλάδος. Η εργατική μας νομοθεσία προέτρεχε τότε σε αρκετά σημεία απ’ τις προηγμένες νομοθεσίες της Ευρώπης. Και ο νόμος 2112, που ζούσε ίσαμε προ ολίγου, είναι του 1920.
Με την αγροτική μεταρρύθμιση του 1917, εμπήκαν οι βάσεις για τη χειραφέτηση άλλων σκλάβων, των σκλάβων της γης. Η ιερότης της ιδιοκτησίας είχεν έμπρακτα υποχωρήσει μπρος στο κοινωνικό συμφέρον. Ο σάλος υπήρξε βαθύς, αλλά η Πρόοδος επεβλήθηκε.
Η Νομοθεσία περί Συνεταιρισμών άνοιξε το δρόμο προς μία δημοκρατική οικονομική οργάνωση των ασθενεστέρων, δρόμο επίσης προόδου και προστασίας των αδυνάτων.
Δημοκρατική εμβάθυνση και η Νομοθεσία περί Δήμων και Κοινοτήτων. Απ’ το παρελθόν της πατρογονικής Ιστορίας ανασύρθηκε η Κοινότης, ανανεώθηκε, μεταμορφώθηκε σ’ ένα σύγχρονο θεσμό, για να γίνη σχολείο πρακτικής αγωγής του Δημοκρατικού πολίτη.
Και ήλθε η ώρα της γλωσσικής και εκπαιδευτικής μεταρρυθμίσεως. Η ώρα του Δημοτικισμού. Του πιο γνήσιου πνευματικού εθνικού Κινήματος. Ανέβηκαν στην εθνική τους θέση το Δημοτικό Τραγούδι, ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Ψυχάρης· και την παιδεία των ελληνοπαίδων άρχισαν να κατεργάζονται άλλα, ελληνικότερα, φωτεινότερα, πιο συγχρονισμένα συστήματα.
Και επί πλέον ετιμήθηκε το Πνεύμα. Για πρώτη φορά το Κράτος έκοψε Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Για πρώτη φορά παρασημοφόρησε ομαδικά Ποιητάς, Συγγραφείς, Λογοτέχνας. Και όταν οι ίδιες δυνάμεις του Σκότους, που κινούνται σήμερα εναντίον ενός μεγάλου πνευματικού τέκνου της δικής Σας Κρήτης [εννοεί τον Ν. Καζαντζάκη],  εκινήθηκαν τότε σ’ ένα θλιβερό διωγμό του Πνεύματος με τα’ αθεϊκά του Βόλου, ο αέρας της πνευματικής Ελευθερίας που φυσούσε απ’ το νέο καθεστώς επέδρασε και στην κοινή γνώμη και στο Εφετείο Ναυπλίου και αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι.
Βλέποντας αναδρομικά το σύνολο των μεταβολών της εποχής εκείνης μπορούμε να πούμε ότι τα γόνιμα στοιχεία της ανόδου του Αστικού κόσμου, μαζί με την αφύπνιση των εργαζομένων, θα οδηγούσαν στην έναρξη ενός Δημοκρατικού μετασχηματισμού της Κοινωνίας της χώρας μας. Η μεταβολή την οποίαν επέρασαν οι Ευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες από τις αρχές του 20ου αιώνα και συνεχίζουν ακόμα, ιδιαίτερα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ήταν και τότε χρήσιμη, όπως είναι και σήμερα αναγκαία.
Ο Βενιζέλος δεν ήταν δογματικός. Ήτο πολιτικός ρεαλιστής. Έκανε τη δική του επανάσταση μέσα στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος. Δεν υπήρξε σοσιαλιστής. Αλλά το πόσο διαισθάνετο τη συσχέτιση ενός τέτοιου μετασχηματισμού προς την ομαλή πορεία της Ιστορίας, το δείχνει μια οργίλη αγόρευσίς του εναντίον συντηρητικού βουλευτού κατά την συζήτηση περί ιδιοκτησίας στη Βουλή του 1911. «Δεν το θέλω – έλεγε – το καθεστώς ακινητούν, δεν το θέλω μένον εις την παλαιάν αυτού διαρρύθμισιν όπως σωρευθή αιφνιδίως εις ερείπια, το θέλω ακολουθούν την πρόοδον, προσαρμοζόμενον εις τας καθημερινάς περιστάσεις».
Σαν αληθινά μεγάλος πολιτικός, διέκρινε ότι έπρεπε να διευκολύνη, με τα ίδια τα κρατικά μέσα, το δρόμο των αδικημένων προς την χαραυγή μιας κοινωνικής Δικαιοσύνης – μέσα στη Δημοκρατία και στο ελεύθερο Πολίτευμα.
Αν η επιθετική επιστροφή των κοινωνικών δυνάμεων που είχαν ηττηθή στα 1909, και το αντιδραστικό κλίμα που απλώθηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στην Ευρώπη, δεν είχαν ανακόψει την φυσιολογική εξέλιξη του ελευθέρου και δημοκρατικού πολιτεύματος στον τόπο μας, η όψη της Ελλάδος θα ήταν διαφορετική…Αλλ’ ό,τι άρχισε να συντελείται πριν από μιάμιση γενεά είναι συμφέρον να επιδιώξουμε να το ολοκληρώσουμε σήμερα. Διότι η Αλλαγή και σήμερα θα φέρει Αναγέννηση της Ελλάδος όπως και την εποχήν εκείνην έδειξε πόσο ήτο καρποφόρος. Σαν τα στάχυα που ύστερα από την κακοκαιρία ανασηκώνονται στον ήλιο, έτσι και ο ελληνικός λαός, μόλις αισθάνθηκε ότι γινόταν ελεύθερος από την μακρόχρονη ηθική και υλική πίεση των κοινωνικών και πολιτικών δυναστών του, ρίχτηκε με θέρμη στην κάθε είδους δημιουργία, αισιόδοξος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και ενθουσιασμό. Η οικονομία βελτιώθηκε γιατί αξιοποιήθηκε κάθε προηγούμενη ικμάδα και ζωτική καταβολή. Η παραγωγή άρχισε να αυξάνη και η βιομηχανία να  αναπτύσσεται. Ωρίμασε η εξυγίανση της δραχμής απέναντι του ξένου συναλλάγματος. Το πνεύμα της ανανεώσεως αλλά και το πνεύμα της θυσίας για το σύνολο απλώθηκε τότε στην Ελλάδα. Και όταν του εζητήθη να περάση τα σύνορα, ο λαός με το πρώτο άλμα βρέθηκε στο Λευκό Πύργο και με το δεύτερο στο Βόσπορο και στη Σμύρνη. Η Τουρκική σημαία έφυγε οριστικά από το Φιρκά. Και η Κρήτη, αφού είχε στείλει πρώτα την εκλεκτή της προίκα, ήρθε και ενώθηκε με την Ελλάδα. Ο Βενιζέλος εδείχτηκε άξιος της Αλλαγής που είχε ζητήσει ο λαός. Ηγήθηκε μιας νέας εθνικής ζωής και με την πνοήν του εγύρισε κάμποσα φύλλα της Ιστορίας προς τα εμπρός.
Το θρησκευτικό μνημόσυνο ενός μεγάλου πολιτικού κατ’ ανάγκην δεν ημπορεί να είναι απηλλαγμένον από την συσχέτισιν της μνήμης του προς την ζωήν της χώρας όπως παρουσιάζεται σε κάθε στιγμή μετά το θάνατό του. Αν η προέκταση της πολιτικής του μεγάλου Νεκρού είναι σωτηρία και σήμερα, όπως υπήρξε όταν εζούσε, είναι αδύνατο να μη την επικαλεσθή η χώρα. Οφείλουμε να ζητήσωμε κι’ απ’ αυτή ενίσχυση.
Πράγματι ο Πυρσός της Προόδου που εστήθηκε κάτου από την Ακρόπολη τω καιρώ εκείνω και που δοκιμάστηκε πολλές φορές έκτοτε απ’ τους ενάντιους, τους αντιδραστικούς ανέμους, δοκιμάζεται και σήμερα. Και πρέπει να τον σώσουμε, για να μπορέσουμε ύστερα να συνεχίσουμε το έργο της λαμπρότερης περιόδου της αναμορφωτικής μας Ιστορίας. Πρέπει να μη σβύση η φλόγα. Κι’ αν τρεμουλιάζει, να την δυναμώσουμε.
Τα ποτάμια δεν παν προς τα οπίσω. Γύρω μας, μακρυά μας ή κοντά μας, όλοι οι λαοί ζουν και κινούνται μέσα σ’ έναν οργασμό προόδου. Ανάβουν διαρκώς νέα φώτα Παιδείας και πολιτισμού και προ παντός φροντίζουν με κάθε τρόπο, γιατί αυτό απαιτεί η εποχή και η νέα κοινωνία, να ικανοποιήσουν την τάση των εργαζομένων προς την άνοδο, προς την βελτίωση των όρων της ζωής, προς την κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν είναι δυνατό να αποτελεί εξαίρεση ο Ελληνικός λαός.
Όσοι θέλουμε να τον εκπροσωπούμε και όσοι θέλουμε να τον βοηθήσωμε γιατί του το χρωστάμε, έχομε καθήκον όχι μόνο να μη ανεχθούμε το σταμάτημα της προόδου, αλλά και να συντείνουμε στην αναζωογόνησή της. Από την προοδευτική κοινωνική πολιτική εξαρτάται να δουν καλύτερες μέρες οι χειμαζόμενοι αγρότες, οι εργάτες και οι επαγγελματίες και όλος ο κόσμος του μόχθου, ο κόσμος των αδικημένων.
Μόνο ο κοινός αγώνας όλων των φιλελευθέρων και προοδευτικών δυνάμεων του λαού μπορεί να εξασφαλίση σήμερα το έργο αυτό και να ευεργετήση τον Ελληνικό λαό δημιουργώντας τα πλαίσια νέας πολιτικής και κοινωνικής εξορμήσεως. Η εξόρμηση που επιβάλλεται απ’ τις ανάγκες του Ελληνικού λαού θα έχη τις μακρυνές της ρίζες στην πολιτική, εξωτερική και εσωτερική γραμμή, της Βενιζελικής δράσεως. Ότι η Ελλάδα πρέπει να μη παρασύρεται σε πολεμικούς κινδύνους που δεν υπαγορεύουν επιτακτικά τα άμεσα συμφέροντά της, ότι πρέπει ειλικρινά να εργάζεται για την ειρήνη χωρίς να βοηθή κανενός τους επιθετικούς σκοπούς είναι παράδοσις που απορρέει απ’ τη Βενιζελική ιστορία.
Παρά τα φαινόμενα, ο Βενιζέλος ήταν από τους πλέον ειρηνοφίλους πολιτικούς. Έκανε μάλιστα, όταν εχρειάσθηκε, πολλές θυσίες για την ειρήνη, ενώ σήμερα δεν χρειάζονται και ούτε υπάρχει λόγος να τις σκεφτόμαστε. Παράδοση επίσης της ίδιας ιστορίας που πρέπει να συνεχίσουμε, είναι όχι η διεθνής απομόνωση της Ελλάδος – ο Βενιζέλος, ας μη λησμονείται, υπήρξε απ’ τους πιο θερμούς ιδρυτάς της Κοινωνίας των Εθνών – ούτε η έχθρα προς οιονδήποτε – ο Βενιζέλος συνέδεσε πολύ φιλικά τας σχέσεις της Ελλάδος ταυτοχρόνως προς την Ιταλία, την Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία, χωρίς να παύση επίσης να είναι φίλος της Αγγλίας και της Γαλλίας – αλλά όσο είναι δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία της εθνικής εξωτερικής πολιτικής της χώρας.
Από την εσωτερική αναμορφωτική προσπάθεια της πρώτη βενιζελικής δεκαετίας πρέπει να επαναφέρωμε την πραγματική ισοπολιτεία των Ελλήνων, το Κράτος δικαίου, αντί του Αστυνομικού Κράτους, τας εγγυήσεις της ελευθερίας των ατόμων, το αίσθημα της ασφαλείας εκάστου, το σεβασμό προς το Σύνταγμα, το σεβασμό προς τον άνθρωπο και τον πολίτη, την ευθύνη των κρατικών οργάνων, το σεβασμό του πνεύματος και της Ελευθερίας της γνώμης, την κατάργησιν της μισαλλοδοξίας. Πρέπει ακόμα να ριχτούμε, προκαλούντες τον ενθουσιασμόν του λαού, στην ανασυγκρότηση και ακόμη να προχωρήσωμε προς τας επιβεβλημένας πια εθνικοποιήσεις. Η πολιτική της εποχής μας πρέπει να είναι κατά το σύγχρονο τρόπο ριζοσπαστική, όπως ήταν ριζοσπαστική η πολιτική του Βενιζέλου προ 45 ετών. Πιστεύω ότι ο Βενιζέλος, αν ξαναγύριζε στη ζωή, θα εσυνέχιζε εντονώτερα το δημοκρατικό μετασχηματισμό της χώρας σαν τη γενικότερη ανάγκη της, θα εβάθυνε την εργατική και την αγροτική μεταρρύθμιση, θα ήξερε χάριν του συμφέροντος του συνόλου να βάλη χαλινό στην οικονομική ολιγαρχία, γιατί η ασυδοσία της εγνώριζε ότι τελικά θα του ανέτρεπε μια μέρα το ίδιο το αστικό καθεστώς.
Ιδού πώς βγαίνουν απ’ την ανάλυσιν των πραγματοποιήσεων του Βενιζέλου και από τη δράση του, διδάγματα που μπορούν και πρέπει να πλαισιώνουν σήμερα μία νέα πολιτική, μία νέα αλλαγή, ένα νέο πρόγραμμα, που είναι τόσο φανερό ότι ο λαός αναζητεί με αληθινή αγωνία…
Πιστεύω πως αν για την επιδίωξη των σκοπών αυτών ζητούσαμε, όπως οι αρχαίοι από το μαντείο των Δελφών, συμβουλή από τον Τάφο του Βενιζέλου, θα μας συνιστούσε σήμερα ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων, γιατί και ο ίδιος άλλοτε μπροστά στους πολιτικούς κινδύνους αυτό εφήρμοσε προσπαθώντας να σώση τη Δημοκρατία.

Γι’ αυτό και η πολιτική ενότης έχει καταστή επιδίωξη του λαού και ανάγκη αμύνης και προαγωγής των συμφερόντων ιδίως των εργαζομένων μαζών. Με την προϋπόθεση ότι πιστεύομε όλοι ότι ο λαός είναι άξιος καλλιτέρας μεταχειρίσεως και καλλιτέρας τύχης πρέπει να τον οδηγήσωμεν ενωμένοι όπως το ζητεί στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Σε όση έκταση εμείς παραμελήσουμε το καθήκον μας αυτό, θα μας ξεπεράση ο λαός και θα βρη τον δρόμον του.
Βέβαια οι καιροί είναι χαλεποί. Αλλ’ όσο χαλεπώτεροι είναι οι καιροί, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η αισιοδοξία για το μέλλον της χώρας. Στο μνημόσυνον του Βενιζέλου ο λαός δικαιούται και οφείλει να αντλή απ’ τον τάφο αυτό, παραινέσεις θάρρους, ελπίδος, πίστεως, εθνικής υπερηφανείας.
Το προσκύνημα άλλωστε είναι γόνιμο πάντα, σ’ αυτόν το χώρο, που είναι ιερός και υποβλητικός. Εδώ συμβολίζεται και πρέπει να εμπνέη όλους η Αρετή, η Ανιδιοτέλεια και η ανθρώπινη Αξιοπρέπεια διά μέσου της ανδρείας…
Αγαπητοί Κρήτες, εδώ, στο θρυλικό Ακρωτήρι είναι από μακριά αντιληπτό το αθάνατο όραμα μιας Κρήτης «από φλόγες ζωσμένης». Εδώ η Μεγαλόνησος, δείχνοντας τον εαυτό της, όπως εστάθηκε όλον τον καιρό μπροστά στον Αγώνα, όπως εστάθηκε μπρος σε μεγάλους και μικρούς, όπως εστάθηκε με το μέτωπο ψηλά αγναντεύοντας την Ιστορία, επαναλαμβάνει σ’ όποιον διψά ελεύθερο φρόνημα, και θα επαναλαμβάνει στους αιώνας των αιώνων το μήνυμα των σεμνών ηρώων: «Δεύτε Λάβετε Φως εκ του Ανεσπέρου Φωτός…» (επιμνημόσυνος λόγος στο μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1955, εφημ. «Κήρυξ», 22 Μαρτίου 1955).


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ, νομικός, φιλόσοφος, συγγραφέας, ακαδημαϊκός, λογοτέχνης και πολιτικός (πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 1975-80)

«Μεγάλη η τιμή αλλά και βαρύ το χρέος, να σταθεί κάποιος μπρος στο γιγάντιο ίσκιο σου και να μιλήσει για την ημέρα την πένθιμη, Μεγάλε Νεκρέ, τότε που πριν από 45 χρόνια ξαναγύρισες στη γη σου.

Άφησε όμως πρώτα να σου μιλήσει ένας δεκαεννιάχρονος, άπλαστος και άσημος νέος. Καλοκαίρι του 1918. Μόλις είχε γυρίσει σπίτι του από το Πανεπιστήμιο όπου είχε περάσει τις εξετάσεις του για πτυχίο με άριστα. Και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του σπιτιού του και εισβάλεις Εσύ, και με τη διαπεραστική φωνή σου του λες: «Κοίταξε να συνεχίσεις έτσι, γιατί πολλά περιμένω από σένα». Ο νέος εκείνος κάτι ψέλλισε. Τι να πει; Νόμιζε πώς του είχαν χαρίσει τον ουρανό με τ’ άστρα. Λίγους μήνες αργότερα, ο ίδιος αυτός νέος, στο Παρίσι, στο ξενοδοχείο «Μερσεντές», ξενυχτούσε κρυπτογραφώντας τηλεγραφήματα γραμμένα με το χέρι σου, με την έξοχη καλλιγραφική σου γραφή, χωρίς ποτέ καμιά διαγραφή, καμιά διόρθωση. «Να κατεβείτε στην κρεβατοκάμαρα του κ. Προέδρου» διατάζει ο μοίραρχος Τσάκωνας. Τρέχει στο κάτω πάτωμα. Ο Πρόεδρος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι κατάκοπος. «Κάτσε να σου υπαγορεύσω». Ήταν οι μέρες που ετοιμαζότανε η προώθηση του στρατού μας στη Θράκη και την Ιωνία. Μετά χρόνια ο νέος αυτός έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου και κρατάει ακόμα σαν φυλαχτό το ιδιόγραφο γράμμα με τα συγχαρητήρια που του έστειλες.
29 Μαρτίου 1936. Η κηδεία του στην Αθήνα είχε απαγορευθεί. Άλλοι τρέξανε στον Ισθμό, άλλοι, με όποιο βρήκαμε πλοίο, ήρθαμε εδώ. Ξημερώματα. Είχαμε αράξει κοντά στο αντιτορπιλλικό που έφερνε το μεγάλο νεκρό. Όταν αντικρίσαμε στο κατάστρωμα του αντιτορπιλλικού το φέρετρο (μαζί μου ήταν ο Γιώργος Σεφέρης και η αλησμόνητη σεβαστή δέσποινα Έλλη Αδοσίδη) μας έπιασε ένα αναφιλητό, που δεν πήρε τέλος παρά εδώ που τώρα βρισκόμαστε. Πριν πέντε χρόνια, σαν εκπρόσωπος όλου του Έθνους, κατά την πρώτη έξοδο από την έδρα μου, θεώρησα χρέος μου να έλθω να αποθέσω ένα δάφνινο στεφάνι σ’ αυτό το μνήμα, αποτίοντας συγχρόνως και την οφειλόμενη βαθιά τιμή στον αείμνηστο γιο σου Σοφοκλή Βενιζέλο. Την ώρα που όλοι τηρούσαμε κατανυκτική λιγόλεπτη σιγή μπρος στο μνήμα σου, Μεγάλε Νεκρέ, μέσα μου αναδυόταν σμάρια οι θύμησες ως και 60 ακόμη χρόνια πίσω στοιβαγμένες. Ξέρω πως πολλοί από αυτούς που στέκονται μπροστά μου, όμοιους σαν τους δικούς μου θα αναδεύουν θησαυρούς τούτη τη στιγμή μέσα τους, μνημόσυνο σιωπηλό γι’ αυτόν τον Μεγάλο που δεν πέθανε με το θάνατό του.
Υπουργός της Παιδείας το 1949 στην Κυβέρνηση Σοφούλη, έγραφα την ίδια τούτη ημερομηνία: «Από τις χιονισμένες κορυφές της Ίδης, κάπου εκεί από τον άντρον του Διός, ένα καλοκαιριάτικο πρωί, αποσπασμένος όπως βράχος από βράχο, κατέβηκε από την άγρια, την άσπιλη ελληνική φύση, από τις βαθύτατες πηγές του ελληνικού μύθου και της ελληνικής ιστορίας, ένας έφηβος, με τη χάρη του ζαρκαδιού κατέβηκε προς τις ερειπωμένες κατοικίες των ανθρώπων και τις ταπεινωμένες τότε ψυχές των, με μια μοναδική αμείλικτη εσωτερική εντολή: να τις αναπλάσει τις ψυχές αυτές για πολλοστή φορά μέσα στους μακρούς αιώνες της ιστορίας των. Βρίσκονταν η Ελλάδα την εποχή εκείνη σε μια κρίσιμη καμπή, η Ελλάδα του ‘97, που συνέχιζε, άσημα και αδιαμαρτύρητα, την αναιμική ύπαρξή της. Ως έθνος μας κατείχε η απιστία στα πεπρωμένα μας, σχεδόν η απελπισία. Ως πολιτεία μας μάστιζε η εξάρθρωση και η στειρότητα του κρατικού οργανισμού. Ως κοινωνία μας χαρακτήριζε η αδράνεια, η ατονία, η στασιμότητα. Και όμως υπήρχαν από τότε και οι αντίρροπες φωνές – αξιόλογες, σεβαστές – μα που είχαν σταθεί ανίκανες να συνεγείρουν το έθνος. Ακόμη και οι ιδέες οι λυτρωτικές είχαν κιόλας προβληθεί, οι λύσεις οι σωστικές είχαν προταθεί· μα έλειπε η δύναμη που θα τις επέβαλλε και θα τις πραγματοποιούσε. Άνθρωποι και γνώμες υπήρχαν. Ακόμα και η απεγνωσμένη επαναστατική αντίδραση υπήρχε, ακατεύθυντη όμως και ασταθής. Όλα σχεδόν υπήρχαν, οι σπόροι, οι ρίζες, οι κλώνοι και οι χυμοί, όλα εκτός από τη ζείδωρον αύρα, που όλα αυτά τα μεταμορφώνει, μια νύχτα, σε άνοιξη και σε ανθοφορία. Όλα υπήρχαν εκτός από την πνοή. Όλα υπήρχαν εκτός από τη δύναμη που θα τους έδινε υπόσταση πραγματική. Όλα υπήρχαν εκτός από εκείνο που είναι το παν: ο ηγέτης, το πρόσωπο. Όλα εκτός από τον άνθρωπο εκείνο, που γραφτό ήταν να κατεβεί από τις χιονισμένες κορυφές της Ίδης, κάποιο καλοκαιριάτικο πρωί, και να γίνει η πνοή, η δύναμη, η ενωτική αρχή, ο ταγός, που θα οδηγούσε επί 25 χρόνια, μέσα από μύριες περιπέτειες, από υψωμούς και ξεπεσμούς, το Γένος των Ελλήνων. Σε λίγους μήνες τότε το έθνος ανάκτησε την πίστη του, η πολιτεία την άρθρωση και την τάξη της, η κοινωνία το ρυθμό και την προκοπή της. Σε λίγους μήνες ξύπνησαν οι κοιμισμένες αρετές της φυλής και, ξαφνικά, σε ειρηνικό και σε πολεμικό συναγερμό, ορθώθηκαν, έθνος, πολιτεία και κοινωνία και φθάσανε στην υψηλότερή τους απόδοση. Ποτέ από την απελευθέρωσή μας δεν είχαν φθάσει σε τέτοιο ύψος. Ο Βενιζέλος είχε υποσχεθεί την ανόρθωση και μας έδινε πολλαπλάσια την καθολική και σχεδόν απρόβλεπτα εκτεταμένη αναδημιουργία και αποκατάσταση του Γένους».
Είναι πολύ δύσκολο να συλλάβει κανείς σφαιρικά την προσωπικότητα του Βενιζέλου. Οι μεγάλοι θεωρούνται μόνο από μεγάλη απόσταση και μόνο χρόνια μετά το θάνατό τους. Αλλά ο Βενιζέλος δεν πέθανε. Ζει ακόμα ανάμεσά μας. Παραδειγματίζει, εμψυχώνει, εμπνέει όλους. Δεν υπάρχουν όμως πια γι’ αυτόν εχθροί και φίλοι. Όλοι τον σέβονται. Βγήκε από την αμφισβήτηση, την τραγική μοίρα των πολιτικών όσο ζούνε. Τώρα όλοι τον επικαλούνται και δικαίως, διότι και αυτός υπάρχει για όλους χωρίς διάκριση. Ο Βενιζέλος δεν ανήκει πια σε κανένα ξεχωριστά: μόνο στο Έθνος και στη μεγάλη ενότητα της ιστορίας του. Οι μεγάλοι δεν κληροδοτούν το μεγαλείο τους παρά μόνο στο Έθνος ολόκληρο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εστερέωσε τα ηθικά και γεωγραφικά θεμέλια του Έθνους.
Γι’ αυτό και μόλις αντιλήφθηκε τους πρώτους τριγμούς, τις πρώτες απόπειρες για την υποστολή της πρωταρχίας της εθνικής ιδέας, τους πρώτους υπερεθνικούς πιθηκισμούς, αμέσως αντέδρασε με βιαιότητα και με ταχύτητα και έμπρακτα, γιατί νόμιζε πως, ιδίως στα ολιγάριθμα έθνη, μόλις διαβρωθεί αυτή η πρωταρχία, τα έθνη αυτά διαγράφονται από τις δέλτους της ιστορίας.
Ο Βενιζέλος, εξαιτίας και των περιστάσεων που είχε να αντιμετωπίσει, είτε το ήθελε είτε όχι, προκάλεσε μεγάλους ενθουσιασμούς αλλά και οξύτατα πάθη. Ενώ όμως οι πιστοί του παρασύρονταν από τους ενθουσιασμούς αυτούς και από τα πάθη, ο ίδιος, σχεδόν πάντα, δάμαζε την ορμή του και συγκρατούσε την οργή του και την οργή των φίλων του όσο μπορούσε. Από την πρώτη του εμφάνιση στην Αθήνα, όταν τα πλήθη ζητούσαν Συντακτική Συνέλευση για να καταλύσουν το τότε ισχύον πολίτευμα, σε αντίθεση με όλους, σχεδόν μόνος, επέβαλε από έναν εξώστη της Πλατείας Συντάγματος, επέβαλε κυριολεκτικά σε όλο το παραληρούν πλήθος τη λύση της Αναθεωρητικής Βουλής. Όταν μετά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο οι αντίπαλοι τον κατηγορούσαν ότι έκανε παραχωρήσεις και δεχόταν όρους ειρήνης επιζήμιους για τη χώρα, εμφανίστηκε ο πιο διαλλακτικός. Το ίδιο διαλλακτικός φάνηκε στη Λωζάνη το 1923, διότι πέρα από τα πείσματα και τους ενθουσιασμούς, είχε το αίσθημα του μέτρου, ήξερε ποια είναι τα όρια των δυνάμεων και των αδυναμιών μας. Δεν ήταν δημοκόπος (όπως συμβαίνει κάποτε) στα εθνικά θέματα, αλλά οιακοστρόφος που ζύγιζε με ζυγό ακριβείας το κάθε του βήμα. Είχε το θάρρος, βέβαιος για την ορθότητα της γνώμης του, όχι μόνο να τολμά, αλλά και να θυσιάζει.
Τη βεβαιότητα, όμως, την αυτοπεποίθησή του αυτή, δεν την αντλούσε μόνο από την αυστηρή λογική δομή της σκέψης του, αλλά και από τη δημιουργική του φαντασία.
Το 1916 τον κατηγόρησαν οι αντίπαλοί του πως δε στήριζε την πολιτική του σε εδραία λογικά επιχειρήματα, διότι τότε θα αντιλαμβανόταν ότι ήταν μαθηματικά αδύνατο να νικήσουν οι Αγγλογάλλοι, αλλά σε φαντασιοπληξίες. Τότε ο Βενιζέλος, στον εβδομαδιαίο «Κήρυκα», απάντησε ότι βεβαίως, στην πολιτική, και η λογική είναι απαραίτητη, αλλά η πιο μεγάλη αρετή του πολιτικού ανδρός είναι η φαντασία.
Λογική ιδιοφυΐα ήταν ο Βενιζέλος, αλλά και οραματιστής. Το τεράστιο βεληνεκές της όρασής του ίσως να στάθηκε η υψηλότερη αρετή του.
Η μοίρα όμως το 1920 χώρισε τον οραματιστή από το όραμά του. Τι θα ‘κανε αυτός αν δε συνέβαινε τότε εκείνος ο μοιραίος χωρισμός; Οι ιστορικοί με το μέγα αυτό θέμα θα ασχοληθούνε για πολλά χρόνια στο μέλλον. Τούτη τη στιγμή μόνο τούτο είναι βολετό να πούμε.
Ο Βενιζέλος στάθηκε ένας τραγικός άνθρωπος. Τραγικότερος και από τον Καποδίστρια. Όχι διότι τρεις φορές οι συμπατριώτες του αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν και στις δύο απ’ αυτές ως εκ θαύματος γλίτωσε το θάνατο. Όχι διότι είδε έργα του μεγάλα να γκρεμίζονται από άλλων λάθη και από άλλων πάθη. Αλλά διότι αναγκάστηκε ο ίδιος να ενταφιάσει με τα χέρια του, με την υπογραφή του, το υψηλότερο ιδανικό, το κίνητρο της ζωής του και να το αντικαταστήσει με ένα άλλο νεόκοπο ιδανικό, επιβάλλοντάς το ανέκκλητα, σύμφωνα με τις αμείλικτες υπαγορεύσεις της ιστορίας, στον ελληνικό λαό, για να αναθεμελιώσει το μέλλον του.
Τίποτα δεν είναι τραγικότερο από την τέτοια εκ βάθρων αναθεμελίωση, απάνω σε ερείπια από τη δημιουργία μιας νέας αντίθετης ιδεολογίας. Τίποτα δεν είναι τραγικότερο και για τον ίδιο και για το έθνος του, παρά μια τέτοια ανέκκλητη ανάπλαση της ιστορίας. Αλλά και πόσοι ως τώρα είχαν το θάρρος να εξάρουν αυτό ακριβώς το υπέροχο κατόρθωμα, σκληρό όσο κανένα άλλο και σωστικό όσο κανένα άλλο, κατόρθωμα αλαμπές μιας γενναίας και προς τα βάθη του μέλλοντος ατενίζουσας πολιτικής σκέψης.
Με τη σκληρή πειθαρχία που μόνο οι πολύ δυνατοί ασκούν απάνω στον εαυτό τους, σε πολλές περιστάσεις δάμασε το εθνικό του πάθος, επιβάλλοντας στο Έθνος την πορεία που υπαγόρευε κάθε φορά η σκληρότητα των περιστάσεων. Σκεφθείτε πόσο θα μάτωσε η καρδιά του όταν έδιωχνε το 1911 τους Κρήτες βουλευτές από την Ελληνική Βουλή. Σκεφθείτε πόσες άλλες τέτοιες δραματικές στιγμές έζησε αυτός ο πολεμιστής του Θερίσου. Περιττό να τις μνημονεύσω. Τις γνωρίζετε και τις γνωρίζουμε. Ο Βενιζέλος δεν θυσίασε ποτέ το όλο για το μέρος. Ήταν ο Κυβερνήτης όλης της Ελλάδας και όλων των Ελλήνων.
Με την υπέροχη διορατικότητά του, μόλις εκδηλώθηκε, το 1923, το πρώτο κίνημα για τη δημιουργία μιας Ενωμένης Ευρώπης, με πρωτοπόρο, μάλιστα, τον από μια πλευρά κρητικής και αυτόν καταγωγής έξοχο άνδρα Κουντενχόβε-Καλλέργη, ο Βενιζέλος, ακολουθούμενος από τον Νικόλαο Πολίτη, εκδηλώθηκε με ενθουσιασμό υπέρ αυτής της ιδέας, η οποία αν δεν είχε μεσολαβήσει ο θλιβερός τυφώνας των παρανοϊκών ολοκληρωτισμών, θα είχε από τότε καρποφορήσει. Είχε από τότε διακρίνει ο Βενιζέλος ότι η συγκρότηση μιας τέτοιας Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν ο μοναδικός δρόμος της σωτηρίας της Ευρώπης. Και είχε από τότε διακρίνει ο Βενιζέλος ότι η θέση της Ελλάδας ήταν στην Ενωμένη Ευρώπη.
Το 1930 η παγκόσμια οικονομική κρίση, που είχε ένα χρόνο πριν γονατίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, ανέκοψε τη δημιουργικότερη, στον εσωτερικό χώρο, περίοδο του Βενιζέλου. Τα δεινά αυτής της κρίσης επέτεινε ένας αχαλίνωτος κιτρινισμός, τον οποίο ο Βενιζέλος προσπάθησε να δαμάσει με νομοθετικά μέτρα, ενώ, σε μια δυτική δημοκρατία, ο τύπος δεν ελέγχεται και δε βελτιώνεται παρά μόνο από το ήθος και το πνευματικό επίπεδο του λαού.
Αυτή την τελευταία οδυνηρή μάχη ο Βενιζέλος τη διεξήγαγε σχεδόν μόνος, έχοντας για σκληρότερους αντιπάλους του αυτούς που λίγα χρόνια πριν ήταν οι πολυτιμότεροι συνεργάτες του. Δεν θέλω να κρίνω ή να επικρίνω κανέναν. Είναι φαίνεται μοιραίο, η δικαιολογημένη ή κάποτε και αδικαιολόγητη φιλοπρωτία, να θρυμματίζει, με την πάροδο του χρόνου, το μονολιθικό και στέρεο όγκο που δημιουργεί ο ένας, πρώτος μεταξύ των πολλών άξιων. Τραγική ήταν και αυτή η εμπειρία για τον Βενιζέλο.
Ο Βενιζέλος όμως έτρεφε, παρόλα αυτά, εμπνευσμένος από τον πατριωτισμό και τη μεγαλοψυχία του, ακλόνητη εμπιστοσύνη στην ορθοφροσύνη του ελληνικού λαού. Αυτό το έδειξε και το 1920 και το 1932.
Τότε άρχισε γι’ αυτόν τον ακάματο αγωνιστή μια δραματική περίοδος, που δεν τελείωσε παρά με το τέλος της ζωής του. Πώς να μην εκφράσω την υποψία ότι τα δραματικά γεγονότα που επακολούθησαν επισπεύσανε το τέλος του;
Ασφαλώς ουδείς αναμάρτητος. Ούτε ο Βενιζέλος. Στα 40 χρόνια της φωτεινής του τροχιάς ο ιστορικός, αύριο, θα εντοπίσει τα λάθη του. Ίσως να υπερτίμησε σε μια κρίσιμη ώρα τη σωματική και ψυχική αντοχή των Ελλήνων. Λάθος. Ίσως να εμπιστεύτηκε ανθρώπους και κυβερνήσεις που αργότερα τον απογοήτευσαν. Λάθος. Λάθη από πίστη υπέρμετρη. Λάθη από φιλία για τους συναγωνιστές του. Ίσως και άλλα λάθη. Λάθη ναι, αλλά ποτέ μικρότητες, ποτέ λιποψυχίες, ποτέ ασχήμιες.
Μίλησα για λάθη. Δε θα με παρεξηγήσετε. Αυτός ασφαλώς δε θα με παρεξηγούσε. Ο Βενιζέλος ήξερε τι ο ίδιος αξίζει, ήξερε τις διαστάσεις του αλλά και αντιπαθούσε τους άμετρους και αλόγιστους επαίνους. Το δείχνει άλλωστε ο ίδιος με το δωρικό επιτύμβιο επίγραμμά του. Υπάκουους οπαδούς, καθώς ήταν σαφής στις εντολές του, ασφαλώς ήθελε. Κόλακες όμως ποτέ. Γνωρίζοντας καλά αυτή του τη διάθεση, δε θα αποτολμούσα ποτέ, τούτη την ιερή στιγμή, να τη βεβηλώσω με μια άκαιρη και αταίριαστη κολακεία, αποσιωπώντας και τις σκιές του. Σαν να μην περίσσευαν τα καλά και τα λαμπρά που έχουμε να εξάρουμε και να χρειαζόμαστε τα ανύπαρκτα.
Γι’ αυτό το άγαλμά του, αν και είναι άγαλμα ανθρώπου θνητού, φαντάζει τόσο όμορφο, ακόμη και με τις σκιές του, ύστερα από 45 χρόνια και θα φαντάζει και για χρόνια πολλαπλάσια ακόμα, στους επερχόμενους καιρούς.
Σ’ ένα ποίημα αφιερωμένο στον Βενιζέλο ο Κωστής Παλαμάς βάζει ως τίτλο δυο λέξεις από τα Νέκυια της Οδύσσειας «Οίος πέπνυται», για τον μόνο από τους νεκρούς που είχε τη δύναμη να μιλήσει. Έτσι αυτός, ο «προκείμενος νεκρός», ίσκιος πια, μιλάει με τους ζωντανούς, όπως ο Κάλχας με τον Οδυσσέα. Και από τη φωνή τη δική μας, η φωνή του ίσκιου του είναι πολύ δυνατότερη. Ακόμα σήμερα η μπότα του βροντάει στο κρητικό καλντερίμι.
Έτσι ακλόνητα εδραιωμένο στη συνείδηση του αδιαίρετου και ομοούσιου Έθνους ολόκληρου σε αντικρίζουμε, όσοι συναχθήκαμε εδώ· και, παραμερίζοντας όσα πρόσκαιρα τυχόν σήμερα μας χωρίζουν στον πολιτικό στίβο, κλίνουμε ευλαβικά τα ξίφη μας, όλοι, προς ένα κοινό σημείο, προς το σκήνωμά σου, Μεγάλε Νεκρέ, γιατί πολύ μόχθησες, πολύ πάλαιψες, πολύ πόνεσες, πολύ πικράθηκες, για να μεγαλώσεις και να τρανέψεις την Ελλάδα» (επιμνημόσυνος λόγος στο μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1981, «Λεύκωμα Δήμου Χανίων», Χανιά 1981).


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ, συνταγματολόγος (θεμελιωτής του Δημοσίου Δικαίου στην Ελλάδα)

«Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου και Γενικού Δημοσίου Δικαίου»
υπό Νικολάου Ν. Σαριπόλου, υφηγητού του Συνταγματικού Δικαίου εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω, Τόμος Α΄, α΄, εν Αθήναις 1903
Τω Υπερόχω πολιτικώ ανδρί κ. Ελευθ. Βενιζέλω
Ν. Σαρίπολος
(χειρόγραφη αφιέρωση πάνω σε βιβλίο του που πρόσφερε στον Ελευθέριο Βενιζέλο).

Ξένοι πολιτικοί & άνθρωποι των γραμμάτων
Έλληνες ιεράρχες


Skip to content